Το δευτερογενές διακύβευμα των επικείμενων ευρωεκλογών

Οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του μόνου επί της ουσίας αντιπροσωπευτικού οργάνου μίας Ένωσης, τα νήματα της οποίας κινούνται όλο και περισσότερο σε διακυβερνητικό επίπεδο και μάλιστα πρωτίστως μεταξύ των ισχυρότερων κρατών του γεωγραφικού της πυρήνα, παρουσιάζει προφανή πρωτογενή πολιτική βαρύτητα. Στις εκλογές αυτές αποτυπώνεται μία συνολική κατανομή της απήχησης των διάφορων πολιτικών δυνάμεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που, παρά τις τοπικές και συγκυριακές ιδιαιτερότητες, επιτρέπει την ανίχνευση των τάσεων και της στάσης, απέναντι στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, ενός εκλογικού σώματος 27 διαφορετικών χωρών που αποφαίνονται (σχεδόν) ταυτόχρονα ως ενιαίος ευρωπαϊκός λαός. Η εν λόγω κατανομή δυνάμεων αποτελεί ως ένα βαθμό και το πρόκριμα για την πολιτική προέλευση των προσώπων που θα καταλάβουν τις θέσεις των επικεφαλής των λοιπών οργάνων της Ένωσης, επιδρώντας με τον τρόπο αυτό στο ιδεολογικό πρόσημο της διεύθυνσης των ευρωπαϊκών θεσμών εν γένει. Η θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι, άλλωστε, κομβική στο δικαιοπαραγωγικό σύστημα της Ένωσης, από το οποίο προκύπτει και ανανεώνεται ένα σύνολο κανόνων δικαίου αυξημένης τυπικής ισχύος που καταλαμβάνει ουσιαστικά κάθε πτυχή του καθημερινού βίου των Ευρωπαίων πολιτών, από την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την λειτουργία των αγορών ενέργειας μέχρι την ασφάλεια των μεταφορών και του απορρήτου των επικοινωνιών, την οργάνωση του τραπεζικού και ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος και την καταπολέμηση των πρακτικών που νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, για να αναφέρουμε μόνο κάποιους από τους τομείς που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύεται συστηματικά κατώτερη των περιστάσεων και η κοινωνία ζητεί πιεστικά άμεσες λύσεις. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι οι εκπρόσωποι της Χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει, κατ' ελάχιστον, να διαθέτουν την τεχνοκρατική επάρκεια, την κοινωνική εμπειρία και το πολιτικό σθένος να συνδιαμορφώσουν τις σχετικές αποφάσεις, ενώ αυτονόητη, πλην όμως ζητούμενη, ενόψει της πρόσφατης πικρής εμπειρίας, παρίσταται η προσωπική ακεραιότητα και αξιοπιστία.

Στην Ελλάδα οι ευρωπαϊκές εκλογές αντιμετωπίστηκαν διαχρονικά ως ένα μέσο προβολής ή επιβεβαίωσης της ισχύος των πολιτικών κομμάτων και ως καταλύτης ή αναστολέας ευρύτερων πολιτικών εξελίξεων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι τρεις τελευταίες ευρωεκλογές προσέλαβαν χαρακτήρα οιονεί ψήφου εμπιστοσύνης στις αντίστοιχες κυβερνήσεις, οι οποίες, αφού ηττήθηκαν σε αυτές, είτε αυτομάτως είτε εντός λίγων μηνών οδηγήθηκαν, με δική τους πρωτοβουλία ή αναγκαστικά, σε πρόωρες εκλογές και στην απώλεια της εξουσίας. Η λογική αυτή μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας, με την μετατροπή της Βουλής σε νομοθετικό βραχίονα της εκάστοτε κυβέρνησης και την απουσία αποτελεσματικών ελέγχων και αντισταθμίσεων. Είναι αναμενόμενο, όταν ο νικητής τα παίρνει όλα, ο πολιτικός ανταγωνισμός να οξύνεται και κάθε εκλογική διαδικασία να αποτελεί αφορμή για σύγκρουση, με έπαθλο την ανατροπή ή την παγίωση των υφιστάμενων συσχετισμών, ενώ ως αποτελεσματικότερο μέσο αυτοπεριορισμού της κυβερνητικής πλειοψηφίας αναδεικνύεται ο κίνδυνος απώλειας της εξουσίας καθαυτής, ο οποίος με τη σειρά του προϋποθέτει μία πολιτικά αποτελεσματική, συνεκτική και ικανή να ασκήσει τη διακυβέρνηση της Χώρας αντιπολίτευση.

Είναι ακριβώς η περαιτέρω ενίσχυση και συστηματική κατάχρηση εκ μέρους του Πρωθυπουργού του μοντέλου αυτού εξουσίας, σε συνδυασμό με τους κομματικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν στις πρόσφατες εθνικές εκλογές, που προσδίδουν στις επικείμενες ευρωεκλογές μία κομβική δευτερογενή σημασία για την εξομάλυνση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και, εν τέλει, για την διαφύλαξη του κράτους δικαίου.

Ο κ. Μητσοτάκης ανήλθε στην εξουσία με το προφίλ ενός φιλελεύθερου κεντροδεξιού πολιτικού, ικανού να συγκεράσει τις αντιθέσεις και να υπερβεί τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές. Σύντομα αποδείχθηκε με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο ότι η βασική του μέριμνα ήταν ο απόλυτος έλεγχος του κράτους. Αμέσως μόλις ανέλαβε, έθεσε υπό τον προσωπικό του έλεγχο την ΕΥΠ, ενώ με τη σύλληψη του λεγόμενου «επιτελικού κράτους», η νομοθέτηση του οποίου έλαβε πανηγυρική αλλά κατέληξε να έχει έντονα ανεκδοτολογική διάσταση, εξέθεσε επακριβώς τη συγκεντρωτική του αντίληψη περί διακυβέρνησης. Ακολούθησε η αθρόα και με άγνωστα μέχρι στιγμής κριτήρια χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης και η πρωτοφανής αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε φυσική καταστροφή ενέσκηψε την τελευταία πενταετία. Εν συνεχεία αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο των υποκλοπών σε βάρος του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, κορυφαίων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων της Χώρας, αλλά και του μισού περίπου Υπουργικού Συμβουλίου, κανένα από τα θιγόμενα μέλη του οποίου δεν θεώρησε την παρακολούθησή του επαρκή λόγο παραίτησης. Η διαχείριση του σκανδάλου των υποκλοπών υπήρξε, εξάλλου, αποκαλυπτική για τη δυσανεξία του Πρωθυπουργού σε οποιοδήποτε αντίβαρο στην εξουσία του. Η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή στοχοποιήθηκε, ο Πρόεδρός της διασύρθηκε με χυδαίες προσωπικές επιθέσεις και η συγκρότηση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής έχει μεταβληθεί ήδη δύο φορές, ώστε η κυβέρνηση να μπορεί να σχηματίζει ευχερέστερα την απαιτούμενη για το διορισμό των μελών των συνταγματικά προβλεπόμενων ανεξάρτητων αρχών πλειοψηφία. Ελπίζουμε ότι δεν θα συμβούν τα ίδια και στην περίπτωση του σκανδάλου της διαρροής προσωπικών δεδομένων εκλογέων από στελέχη της κυβέρνησης εντός του Υπουργείου Εσωτερικών, για το οποίο ήδη διεξάγει έρευνα η αρμόδια ΑΠΔΠΧ και το Ελληνικό Δημόσιο είναι έκθετο σε δεκάδες αγωγές αποζημίωσης. Το αποκορύφωμα, ωστόσο, της ωμής διαχείρισης της εξουσίας χωρίς οποιοδήποτε ηθικό φραγμό εκ μέρους της κυβέρνησης αποτελεί η προκλητική προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος των Τεμπών, με μία κυνική εξεταστική επιτροπή χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης απέναντι τους συγγενείς των νεκρών, αλλά και συναίσθησης του εθνικού συμφέροντος που επιβάλλει τη με κάθε κόστος διαλεύκανση της υπόθεσης και την αποτροπή αντίστοιχων δυστυχημάτων στο μέλλον.

Απέναντι σε όλα αυτά η διαρκής επωδός της κυβέρνησης είναι η αλαζονική επίκληση του ποσοστού της στις τελευταίες εθνικές εκλογές και η έλλειψη εναλλακτικής λύσης από τον προοδευτικό χώρο. Έχει καταστεί σαφές ότι ο κ. Μητσοτάκης θα αισθανόταν πολύ πιο άνετα, εάν απέναντί του είχε το ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής έναν παλιό γνώριμο και θαυμαστή του, χωρίς πολιτική εμπειρία και γνώση της εγχώριας πραγματικότητας. Ακόμα πιο άνετα θα αισθανόταν με ενισχυμένη την ανορθολογική και συνωμοσιολογική ακροδεξιά, καθώς θα είχε την ευχέρεια να παρουσιάζεται ως η μόνη σοβαρή και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης.

Το ΠΑΣΟΚ όλο το προηγούμενο διάστημα έχει εμπράκτως αποδείξει ότι αποτελεί την τεκμηριωμένη και πραγματικά επικίνδυνη για την κυριαρχία της κυβέρνησης αντιπολίτευση που έχει ανάγκη η Χώρα. Έθεσε πρώτο στο δημόσιο διάλογο τα ζητήματα της στεγαστικής και δημογραφικής κρίσης και της ακρίβειας που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή, λόγω της ανεπάρκειας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και της έλλειψης πολιτικών συνοχής. Ταυτόχρονα έλαβε όλες τις αναγκαίες θεσμικές πρωτοβουλίες για τη δικαστική και διοικητική διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών και πρωτοστάτησε στην προσπάθεια συγκρότησης προανακριτικής επιτροπής για το έγκλημα των Τεμπών, ενώ συνεχώς πλουτίζει και εξειδικεύει τις προγραμματικές του θέσεις. Η ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ στις επικείμενες ευρωεκλογές αποτελεί αναγκαίο όρο για την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος της Χώρας και τη συγκρότηση μιας, υπαρκτής αλλά κατακερματισμένης, κοινωνικής πλειοψηφίας που θα εκφραστεί στις επόμενες εθνικές εκλογές. Το ΠΑΣΟΚ αυτή τη στιγμή είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει το ιστορικό βάρος, το πολιτικό εκτόπισμα και την θεσμική συνείδηση να αποτελέσει το αναγκαίο αντιστάθμισμα στη διάχυτη κυβερνητική αλαζονεία και οι επερχόμενες εκλογές είναι η μεγάλη ευκαιρία να γίνει το πρώτο και αποφασιστικό βήμα για μια μεγάλη πολιτική αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος. Ας μη χάσουμε την ευκαιρία αυτή!

www.efsyn.gr

03/04/2024

  • Προβολές: 58

Επικοινωνία

ΚΩΣΤΑΣ Δ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Ομήρου 6, 105 64

Κολωνάκι, Αθήνα

+30 211 18 21 018

+30 210 36 36 710

+30 210 36 36 711

+30 210 36 36 770

Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.